Σάββατο, 2 Ιουλίου 2011

Στον....δρόμο της Αργεντινής....

Η εμπειρία της Αργεντινής είναι χρήσιμη από πολλές απόψεις. Από τα χαρακτηριστικά της ίδιας της οικονομικής κρίσης μέχρι τον αδιέξοδο τρόπο με τον οποίο προσπάθησε να την αντιμετωπίσει και το ΔΝΤ και η αργεντίνικη άρχουσα τάξη.

Όμως αν αυτά αφορούν κυρίως το αντίπαλο στρατόπεδο, υπάρχουν σημαντικά μαθήματα από την αργεντίνικη εμπειρία που αφορούν τη δική μας πλευρά. Τον τρόπο με τον οποίο ξεδιπλώθηκε το κίνημα, τα διλήμματα που τέθηκαν και την ανταπόκριση των οργανωμένων δυνάμεων της Αριστεράς.

Ένα από τα φαινόμενα που εμφανίστηκαν στη διάρκεια της εξέγερσης ήταν η υποτιθέμενη αντιπαράθεση της “πλατείας” με το οργανωμένο εργατικό κίνημα. Σε στιγμές τόσο βαθιάς κρίσης να βάζεις τα πιο δυνατά και έμπειρα τμήματα του κινήματος σε δεύτερη μοίρα μπροστά στο “καινούργιο” και αυθόρμητο αποδείχθηκε επικίνδυνη επιλογή.

Ας θυμηθούμε κάποια κομβικά σημεία. Η κρίση του αργεντίνικου καπιταλισμού άρχισε να γίνεται ορατή σε μαζική κλίμακα το 1997, σαν αντανάκλαση του κραχ στην νοτιο-Ανατολική Ασία. Για τον αργεντίνικο καπιταλισμό, όλες οι ελπίδες της προηγούμενης δεκαετίας είχαν επενδυθεί στο πανίσχυρο πέσο (που ήταν συνδεδεμένο με το δολάριο σε αναλογία ένα-προς-ένα) και στις ξένες επενδύσεις. Όμως την κρίσιμη στιγμή τα ισχυρά χαρτιά μετατράπηκαν σε κατάρα. Οι ξένες επενδύσεις έφευγαν με την ίδια ταχύτητα που είχαν έρθει, τα αργεντίνικα προϊόντα παρέμεναν πανάκριβα και τα επιτόκια δανεισμού άρχισαν να σκαρφαλώνουν όπως συμβαίνει και σε εμάς σήμερα.

Οι καπιταλιστές μείωσαν κατακόρυφα την παραγωγή και προχώρησαν σε απολύσεις. Η κυβέρνηση, με τις συμβουλές του ΔΝΤ, άρχισε να κόβει μισθούς. Το αποτέλεσμα όμως ήταν τα έσοδα από τους φόρους να γίνονται όλο και λιγότερα. Το έλλειμμα μεγάλωνε και ο δανεισμός γινόταν δυσκολότερος. Μόνη λύση ήταν ο δανεισμός από το ΔΝΤ, το οποίο πίεζε για ακόμη μεγαλύτερες περικοπές. Πλησιάζοντας προς το Δεκέμβρη του 2001 όμως, το ΔΝΤ έκρινε πως πλέον η Αργεντινή δεν μπορούσε να εξυπηρετήσει τα δάνεια και σταμάτησε τη χρηματοδότηση. Η κυβέρνηση βρέθηκε μπροστά στην κατάσταση να μην μπορεί να πληρώσει ούτε μισθούς ούτε τις άλλες υποχρεώσεις της. Την 1η του Δεκέμβρη αποφάσισε να εφαρμόσει το “κοραλίτο”, δηλαδή να μπλοκάρει τις αναλήψεις από όλους τους τραπεζικούς λογαριασμούς, επιτρέποντας μόνο 250 πέσος τη βδομάδα. Οι πλούσιοι δεν πολυζημιώθηκαν από αυτή την κίνηση. Ολο τον προηγούμενο χρόνο μετέτρεπαν τις καταθέσεις τους σε δολάρια και τις πήγαιναν σε τράπεζες του εξωτερικού. Στα μέσα του μήνα ανακοινώθηκε και ένα ακόμη πακέτο λιτότητας.

Άνεργοι

Ο συνδυασμός αυτών των επιθέσεων ήταν η αφορμή της εξέγερσης. Το βράδυ της 19ης Δεκέμβρη ο κόσμος άρχισε να βγαίνει στους δρόμους. Δεν υπήρχε ενιαίο κέντρο οργάνωσης της κινητοποίησης ούτε και του τρόπου δράσης. Μανάδες που διαδήλωναν έτσι κι αλλιώς σταθερά κάθε βδομάδα για τους δολοφονημένους της χούντας, άνεργοι και πεινασμένοι που μαζεύτηκαν έξω από τα σούπερ-μάρκετ ζητώντας να φάνε και κόσμος στις γειτονιές που διαμαρτυρόταν για το “κοραλίτο” χτυπώντας κατσαρόλες.

Οι συγκεντρώσεις έξω από τα σούπερ-μάρκετ εξελίχθηκαν σε “ντου” και σε απαλλοτρίωση τροφίμων, στις διαδηλώσεις έξω από τις τράπεζες πολλές τζαμαρίες έγιναν θρύψαλλα. Ο πρόεδρος ντε λα Ρούα εγκατέλειψε με ελικόπτερο το Προεδρικό Μέγαρο μετά από δυο μέρες διαδηλώσεων και αφού μια προσπάθεια άγριας καταστολής είχε μεν προκαλέσει περίπου 20 νεκρούς αλλά δεν έδειχνε να ηρεμεί τον κόσμο. Την ηγεσία της χώρας ανέλαβε ο Περονιστής Σαά, ο οποίο δεν άντεξε στην καρέκλα του ούτε δέκα μέρες.

Το κίνημα είχε αρχίσει να ενοποιείται με βάση κάποια χαρακτηριστικά. Αυτά ήταν οι συγκεντρώσεις με τις κατσαρόλες στις πλατείες, οι λαϊκές συνελεύσεις, ιδιαίτερα στο κέντρο του Μπουένος Άιρες, και το αίτημα “Να φύγουν όλοι”. Τα αιτήματα που κυριάρχησαν στις συνελεύσεις ήταν πολύ ριζοσπαστικά και διαβάζοντας τα σήμερα η συνάφειά τους με την Ελλάδα είναι προφανής: “Διαγραφή του χρέους”, “Κρατικοποίηση των τραπεζών με εργατικό έλεγχο”, “Να πληρώσουν οι καπιταλιστές”, “Τιμωρία όλων των υπεύθυνων για την καταστολή στη διάρκεια της εξέγερσης”.

Υπήρχαν όμως δύο ερωτήματα τα οποία παρέμειναν αναπάντητα. Πρώτον, ποιος θα επιβάλει αυτό το πρόγραμμα; Και δεύτερον, ποια πολιτική προοπτική θα ακολουθούσε το “Να φύγουν όλοι”;

Με βάση αυτά τα ερωτήματα είναι που φαίνεται πόσο προβληματικό ήταν να παρουσιάζει κανείς τις πλατείες ως κάτι καλύτερο σε σχέση με το υποτιθέμενο συμβιβασμένο και παραδοσιακό εργατικό κίνημα.

Ο κόσμος που γέμιζε τις πλατείες είχε διάφορες κοινωνικές προελεύσεις. Μικρομαγαζάτορες και μικροεπιχειρηματίες είχαν εξοργιστεί με τις κυβερνήσεις που τους βύθισαν στη φτώχεια, είχαν ριζοσπαστικοποιηθεί και είχαν μπει για τα καλά στο κίνημα. Γι'αυτό και λαϊκές συνελεύσεις δεν γίνονταν μόνο στις φτωχές γειτονιές αλλά και στα θεωρούμενα καλά προάστια του Μπουένος Άιρες. Τα δίκτυα των “Πικετέρος” που οργάνωναν τους πιο μαχητικούς άνεργους ήταν κι αυτά σημαντικός πυλώνας του κινήματος, με τα κλεισίματα κεντρικών δρόμων γύρω από τις μεγάλες πόλεις να προκαλούν χάος. Πολλοί εργαζόμενοι έπαιρναν μέρος στις κινητοποιήσεις αλλά βρίσκονταν εκεί ως κάτοικοι της γειτονιάς και ως πολίτες, όχι ως συγκροτημένη δύναμη.

Οι λαϊκές συνελεύσεις στις γειτονιές κράτησαν για μήνες και συγκέντρωναν κόσμο που έβαζε τα πάντα σε αμφισβήτηση, όμως παρά τις υπερβολές για “δημοκρατία από τα κάτω”, δεν αποτέλεσαν ποτέ κάτι ανάλογο των σοβιέτ, ούτε καν των εργοστασιακών επιτροπών. Το χαρακτηριστικό των εργατικών συμβουλίων που συνόδεψαν τις πιο σημαντικές επαναστάσεις του 20ου αιώνα ήταν ότι στις συνεδριάσεις δεν συμμετέχει ο καθένας ως άτομο, αλλά εκλεγμένος από τους συναδέλφους του. Αυτοί που έπαιρναν τις αποφάσεις είχαν και την ευθύνη να τις εφαρμόσουν.

Συνελεύσεις

Συνελεύσεις 50 ή 100 ανθρώπων σε γειτονιές ή ακόμη και 20 χιλιάδων που ίσως έφτασαν να αθροίζονται στο κεντρικό Μπουένος Άιρες είναι κάτι πολύ διαφορετικό. Αφενός είναι μια μικρή μειοψηφία σε σχέση με τον κόσμο που εκπροσωπούν. Αφετέρου δεν έχουν τη δύναμη να υλοποιήσουν τις αποφάσεις τους. Ο μόνος που μπορεί να επιβάλει για παράδειγμα το αίτημα να σταματήσει η φυγή κεφαλαίου από τους καπιταλιστές προς το εξωτερικό είναι οι εργαζόμενοι στις τράπεζες. Οι μόνοι που μπορούν να επιβάλουν το αίτημα να ανοίξουν τα κλειστά εργοστάσια είναι οι ίδιοι οι εργάτες -όχι μόνο των κλειστών εργοστασίων- αλλά και του ηλεκτρικού ρεύματος, της ενέργειας και των μεταφορών που θα διασφαλίσουν ότι η παραγωγή μπορεί να ξαναπάρει μπρος.

Όμως στο εσωτερικό του κινήματος κυριαρχούσαν οι αυτόνομες απόψεις που έκαναν λόγο για λύση από το ίδιο το κίνημα που θα έπαιρνε τη ζωή στα χέρια του ενάντια σε όλους τους μεσολαβητές. Οι ρεφορμιστές -συνδικαλιστές και πολιτικοί- είχαν πολλούς λόγους να υποστηρίζουν αυτή την ρητορική αφού τους απάλλασε από κάθε καθήκον να οργανώσουν. Οι συνδικαλιστές που είχαν στηρίξει τις νεοφιλελεύθερες πολιτικές είχαν βγει εντελώς από το κάδρο. Το ζήτημα ήταν ότι οι αριστεροί ρεφορμιστές μπορούσαν να παραμένουν αδρανείς, αφού τους αρκούσε να βγάζουν ανακοινώσεις υπέρ της εξέγερσης, υπέρ των πικετέρος, και καταγγελίες σε βάρος των ξεπουλημένων γραφειοκρατών. Οι άνεργοι “πικετέρος” ήταν πλεόν το παράδειγμα μαχητικής δράσης, λες και το ζήτημα ήταν πόσοι ακόμη κεντρικοί δρόμοι θα αποκλείονταν στην επόμενη διαδήλωση. Οι εργατικές απεργίες στη διάρκεια της αργεντίνικης εξέγερσης ήταν λιγότερες από όσες έγιναν στην Ελλάδα στο “μη-εξεγερσιακό” έτος 2010.

Η κατάσταση του κινήματος στην Αργεντινή φώναζε για την ανάγκη ηγεσίας. Και ο μόνος που θα μπορούσε να την προσφέρει ήταν η οργανωμένη εργατική τάξη, αν έμπαινε μπροστά για να υλοποιήσει τα αιτήματα που είχαν προκύψει μέσα από την εξέγερση και ακόμη περισσότερα. Αντί γι'αυτό, ακόμη και στις περιπτώσεις που είχαμε καταλήψεις εργοστασίων, η σχέση με το συνολικό κίνημα ήταν αντίστροφη. Οι εργάτες που είχαν καταλάβει εργοστάσια (τα οποία στις περισσότερες περιπτώσεις τα είχαν εγκαταλείψει τα αφεντικά τους) προσπαθούσαν να τα βάλουν μπρος και οι γειτονιές δήλωναν τη συμπαράστασή τους και απεύθυναν αιτήματα προς την κυβέρνηση για να βοηθήσει τους εργάτες. Δεν έμπαινε η προοπτική να γενικευτούν οι καταλήψεις στους στρατηγικούς τομείς της οικονομίας ώστε οι ίδιοι οι εργάτες να πάρουν τον έλεγχο της παραγωγής και να γίνουν το επίκεντρο για όλους τους καταπιεσμένους.

Όσο για το “Να φύγουν όλοι”, πολιτικά δεν δικαιώθηκε. Στις εκλογές του 2003 υπήρξε μεγαλύτερη συμμετοχή και λιγότερα άκυρα-λευκά σε σχέση με τις εκλογές πριν από την εξέγερση. Παρά τα “αυτονομίστικα” συνθήματα στις πλατείες, η εξέγερση είχε πολιτικοποιήσει ευρύτερα στρώματα κόσμου τα οποία δεν σταμάτησαν να κοιτάζουν προς τα παραδοσιακά πολιτικά κόμματα, και κύρια προς τον Περονισμό. Ο Νέστορ Κίρτσνερ κέρδισε την Προεδρία της χώρας με τη σημαία της αριστερής πτέρυγας του Περονισμού και κατάφερε να σταθεροποιήσει σε μεγάλο βαθμό τον αργεντίνικο καπιταλισμό. Η μερική διαγραφή του χρέους εμφανιζόταν να υλοποιεί ένα μέρος των αιτημάτων της εξέγερσης, ενώ στην πραγματικότητα η εργατική τάξη ήταν αυτή που ξαναπλήρωνε το τίμημα. Η αυτονομία για ακόμη μια φορά έδωσε πάσα στον ρεφορμισμό.

Οι πραγματικές εξεγέρσεις έχουν χαρακτηριστικά σαν κι αυτά της Αργεντινής, με κόσμο κάθε προέλευσης να μπαίνει στην πρώτη γραμμή, ακόμη κι αν μέχρι πρόσφατα δεν πίστευε ότι θα κατέβει ποτέ στο δρόμο. Ακριβώς όμως σε τέτοιες στιγμές είναι που το “αυθόρμητο” αναζητάει στρατηγική. Δουλειά της Αριστεράς δεν είναι ούτε να τρομάξει με τις νέες μεταγραφές του κινήματος, ούτε να υποταχθεί στη δύναμη του καινούργιου. Είναι να δώσει όλο της το σθένος ώστε η δύναμη που μπορεί να δώσει συνολική λύση απέναντι στον καπιταλισμό να μπει επικεφαλής. Η οργάνωση των εργατικών χώρων ως πυρήνων της πραγματικής δημοκρατίας είναι προϋπόθεση για τη νίκη των εξεγέρσεων.

πηγή : ergatiki.gr

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου