Δευτέρα, 21 Φεβρουαρίου 2011

Χειμερινός Κολυμβητής...

Aργύρης Μπακιρτζής

Αρχιτέκτονας με σπουδαίο έργο στις βυζαντινές αρχαιότητες της Βορείου Ελλάδος, ερασιτέχνης μουσικός με 45 χρόνια εμπειρίας, κάτοχος μιας από τις μεγαλύτερες συλλογές δίσκων ρεμπέτικου στην Ελλάδα, στιχουργός μερικών αριστουργηματικών κομματιών, ηθοποιός στις πέντε τελευταίες ταινίες του Τσιώλη, αιώνιος αναζητητής της σημειολογίας των φυλών, των τόπων και των ανθρώπων, ιδανικός αφηγητής παράξενων ιστοριών και τραγουδιστής των Χειμερινών Κολυμβητών.


Ας ξεκινήσουμε από το επίκαιρο θέμα της επίθεσης μιας ομάδας οπαδών του Ολυμπιακού στο Θέατρο Τέχνης, όπου ανεβαίνει η παράσταση «Ταξιδεύοντας με τον ΠΑΟΚ», στην οποία συμμετέχετε κι εσείς. Τι πιστεύετε ότι πυροδότησε την επίθεση;

Τα διαβάσαμε και τα ξαναδιαβάσαμε, να μην τα ξαναλέμε. Προφανώς έγινε παρεξήγηση λόγω του τίτλου του έργου. Στην ουσία πρόκειται για ένα έργο με δυο γυναίκες στο περιθώριο κάπως της ζωής, με πλαίσιο τον κόσμο του ποδοσφαίρου, δοσμένο με υπερρεαλιστικό τρόπο, τοποθετώντας τα πράγματα στη θέση τους, δηλαδή στη θέση του παιχνιδιού και του χιούμορ.

Στη συνέχεια είχαμε και τις αντιδράσεις που προκάλεσε το κείμενο του Ανδρέα Ρουμελιώτη στην «Ελευθεροτυπία» για τα ίδια γεγονότα και που, απ' ό,τι φαίνεται, θα οδηγήσει στην απόλυσή του.

Θεωρώ το κείμενο του Ρουμελιώτη εξαιρετικό, γραμμένο με χιούμορ, από έναν άνθρωπο σκεπτόμενο. Ένα μεγάλο μας πρόβλημα είναι ότι έχουμε χάσει το χιούμορ μας. Αυτό που συνέβη μου θύμισε κάτι που είχα ζήσει στον στρατό. Μερικά παιδιά που είχαν καταταγεί εθελοντές το '70, στα χρόνια της χούντας, χωρίς καμιά πολιτική συνείδηση, βλέποντας πώς λειτουργούσε το ποδόσφαιρο εκείνα τα χρόνια, μαζοποιώντας και κάνοντας ηλίθιους τους ανθρώπους, απέκτησαν πολιτική συνείδηση. Αλίμονό μας απ' τους κρύους.

Τελευταία παρατηρούμε έναν φανατισμό σε διάφορες περιπτώσεις. Για το ντοκιμαντέρ «1821» του Σκάι, σε θέατρα που βλασφημούν τα θεία κ.λπ. Τι γνώμη έχετε για όλ' αυτά;

Υπάρχει έξαρση του φανατισμού και συνέχεια διαβάζουμε γι' αυτό. Εδώ, στη γειτονιά μου, στην παλιά πόλη της Καβάλας, μερικοί που τους ονομάζουμε «με τα μυαλά στα κάγκελα» έσφαξαν ένα γουρουνάκι στην είσοδο ενός τζαμιού και το αίμα πλημμύρισε τα αρχαία μάρμαρα. Έξω και μέσα στο τζαμί, κάτω απ' το δάπεδό του, αποκαλύφθηκε μια χριστιανική εκκλησία σε τρεις φάσεις, από τον 6ο μέχρι τον 13ο αιώνα, πιθανόν αφιερωμένη στην Αγία Αικατερίνη. Αυτοί που το 'καναν, γιατί το 'καναν; Για να προσβάλουν τους χριστιανούς; Τους μουσουλμάνους; Για να εκθέσουν τη χώρα τους διεθνώς και το κατάφεραν; Μήπως ήταν ξένοι; Δεν νομίζω.

Η περίφημη κόντρα Αθήνας-Θεσσαλονίκης είναι ακόμα ενεργή. Πιστεύετε ότι είναι δικαιολογημένη;

Η χώρα μας είναι αθηνοκεντρική. Η επαρχία αισθάνεται γενικά αδικημένη σ' όλους τους τομείς. Η επαρχία λειτουργεί είτε σαν δορυφόρος της Αθήνας είτε αντιθετικά προς αυτήν και έτσι δημιουργούνται κόντρες μεταξύ των φιλάθλων. Ο Ολυμπιακός και ο ΠΑΟΚ είναι δυο ομάδες με οπαδούς πλατιά λαϊκά στρώματα και γι' αυτό μοιάζουν. Κι αν φαίνεται ότι μισιούνται, δεν λένε πως στους κοντινούς υπάρχουν μεγάλα μίση, ενώ στους μακρινούς μικρά;

Κάντε μου μια σύντομη ανάλυση της οικονομικής κρίσης.

Θα πω οπωσδήποτε κοινοτοπίες για την ελαφρότητα και την κυριαρχία του μέτριου που επικράτησαν στα χρόνια μετά τη μεταπολίτευση, για το να είναι κανείς περήφανος για την ηλιθιότητά του ή που κλέβει από το Δημόσιο, για όλα αυτά που αναδείχθηκαν σε «αξίες», οι οποίες στηρίχθηκαν συχνά απ' τα ΜΜΕ και τα κανάλια αλλά και από τη συμπεριφορά των κυβερνώντων. Από την άλλη, βέβαια, κατά τον ταοϊσμό, «αν δεν βουλιάξεις, δεν θα βγεις στην επιφάνεια», «αν δε λυγίσεις, θα σπάσεις».



Ποια είναι τα πιο ωραία ταξίδια που έχετε κάνει και γιατί;

Στο Νοβοσιμπίρσκ, ως ηθοποιός, με 2 ταινίες του Τσιώλη υπό μάλης, με μια αποστολή εμποροκαλλιτεχνική, οργανωμένη από πρώην κομμουνιστές που μετά τη μεταπολίτευση στη Σοβιετική Ένωση το είχαν γυρίσει στο εμπόριο. Ακολουθούσα τα βήματα του θείου μου Αργύρη, αδελφού της γιαγιάς μου της Φανής από τον πατέρα μου, από τον οποίο πήρα το όνομά μου και ο οποίος, πρόσφυγας από 15 χρόνων κι εργάτης στην Οδησσό, συνελήφθη στο κίνημα του 1905, χωρίς να έχει, φαντάζομαι, τόσο νέος, σχέση και στάλθηκε σιδηροδέσμιος με τον Υπερσιβηρικό στη Σιβηρία· σε μια στάση του τρένου, στο Ιρκούτσκ ή κάπου εκεί κοντά, τον συνάντησε τυχαία ένας θείος του, πρόξενος της Γαλλίας στον τόπο εκείνο. Έμεινε μαζί του 2 χρόνια, μετά πήγε στη Σαγκάη άλλα 2, μετά στον φούρναρη αδελφό του στο Χαρτούμ και κατέληξε στη Θεσσαλονίκη, όπου άνοιξε καφενείο στην Κολόμβου κι ο πατέρας μου τον βοηθούσε πριν και μετά τη δουλειά του σε μηχανουργείο. Τον θυμάμαι, έμοιαζε με Κινέζο. Στο Νοβοσιμπίρσκ είδαμε τις πιο ωραίες γυναίκες του κόσμου, είχαν έναν συνδυασμό ρωσικής και μογγολικής ομορφιάς. Στη δεξίωση που έκαναν προς τιμήν μας ήρθαν οι πιο άσχημες γυναίκες που έχω δει σε όλη μου τη ζωή και χόρεψα με όλες. Ο κουμπάρος μου, επίσης ηθοποιός του Τσιώλη, Γιάννης Μουγγός, δεν χόρεψε με καμιά. Είναι κάπως ευτραφής και τον πέρασαν κάτι ανάμεσα σε υπουργό και πρόεδρο του Κέντρου Κινηματογράφου, οπότε περίμεναν, φαίνεται, κάτι άλλο απ' αυτόν. Ένα άλλο ταξίδι που μου έμεινε ήταν στην Αυστραλία με τους Χειμερινούς Κολυμβητές. Δεν χρειάζεται να εξηγήσω γιατί. Κι ένα ακόμα το περασμένο καλοκαίρι, με την οικογένειά μου στο Πωγώνι, για τις βουτιές στον Βοϊδομάτη απ' τα 5 μέτρα και τα κλαρίνα σχεδόν όλα τα βράδια. Και πάρα πολλά άλλα.

Ποια είναι η πιο έντονη παιδική ανάμνηση που έχετε;

Δυο-τριών χρόνων, στο χαμάμ γυναικών Ολύμπια στην οδό Ολύμπου, όπου είχα γουρλώσει τα μάτια μου τόσο που η μάνα μου δεν με ξαναπήρε μαζί της.

Τι είναι αυτό που έχει καθορίσει την αισθητική σας;

Τι να σας πω; Μάλλον τα πάντα.

Ποιοι είναι οι αγαπημένοι σας αρχιτέκτονες;

Από τους νεότερους ο Σινάν, ο Γκαουντί, ο Πικιώνης, ο Καν.

Τι γοητευτικό βρίσκετε στην ελληνική επαρχία;

Κοντά η θάλασσα και η φύση, εύκολες επικοινωνίες. Και πολλά τα καθόλου γοητευτικά. Ένας φίλος μου, ο Δημήτρης Φωστηρόπουλος, που έφυγε πολύ νέος, έλεγε: «Μικρές πόλεις, μικρά μυαλά».

Ποιος είναι ο πιο ωραίος στίχος που έχετε ακούσει διαβάσει;

Ένας που μου ήρθε αμέσως στον νου: «L' arte di farmi felice tu la conosci da sempre / ti é naturale un talento, un arte» - «Την τέχνη να με κάνεις ευτυχισμένο εσύ τη γνωρίζεις από πάντα / σου είναι φυσικό ένα ταλέντο, μια τέχνη», Paolo Conte - «Un gelato al limon».

Με τον «θρυλικό» Καραμανιώλα πώς γνωριστήκατε;

Είναι γείτονάς μου στο Μεγάλο Καζαβήτι της Θάσου, όπου το 1975 με τρία μηνιάτικα αγόρασα ένα παλιό σπίτι, που άλλοι το θεωρούν υπέροχο κι άλλοι ημιερειπωμένο.

Με τον Σίμο τον δασικό;

Ο Σίμος ήταν δασικός στο χωριό του μπαρμπα-Σταύρου και τους κυνηγού- σε όταν έπιαναν πουλιά. Έμεινε 6 χρόνια και ο μπαρμπα-Σταύρος, όταν έφυγε, έγραψε: «Του έγινε μετάθεση κι έληξε η θητεία, και 'μεις ας την ξεχάσουμε τη μαύρη εξαετία». Προς τιμήν του δεν έγραψε επταετία, για εκμετάλλευση. Όταν δίναμε πριν από χρόνια συναυλία στο χωριό του,τη Σίνδο του Δήμου Εχεδώρου, ενώ λέγαμε το τραγούδι του, ήρθε από πίσω (ήταν πανύψηλος) και όταν τελειώσαμε αναφώνησε: «Είμαι ο Σίμος». Αγκαλιαστήκαμε, συγκινηθήκαμε και ήταν πράγματι μια μεγάλη στιγμή της καριέρας του συγκροτήματός μας.

Eχετε πει ότι δεν σας αρέσει το όνομα Χειμερινοί Κολυμβητές. Πώς θα θέλατε να λέγεστε και γιατί;

Δεν μου αρέσει γιατί είναι πολύ προφανής ο συμβολισμός του. Μου αρέσει το «Κασμάδες», ως σχόλιο στον οργασμό των γυναικών, εμπνευσμένο από ένα σκίτσο σε μια πολυγραφημένη έκδοση του Νταλί που αγόρασα στη μεγάλη εκδρομή του Πολυτεχνείου στο Παρίσι με τριάντα γαλλικά φράγκα -σήμερα το ψάχνουν τα μουσεία-, όπου μια αγρότισσα οργώνει χρησιμοποιώντας έναν αγρότη, τον άντρα της μάλλον, ως άροτρο. Τελευταία έχω προτείνει το «Καθετήρες», αλλά πρέπει να συμφωνήσουν και οι νεότεροι του συγκροτήματος· το χιούμορ δεν μας λείπει, αν το προχωρήσουμε, νομίζω θα το δεχθούν ευχαρίστως.

Εργάζεστε για πολλά χρόνια ως αρχιτέκτονας και αναστηλωτής στη Μακεδονία και τη Θράκη. Με ποια μνημεία έχετε ασχοληθεί;

Με το παράλιο τείχος και τις Καμάρες της Καβάλας, τον τεκκέ του Σέλινου, το Μεγάλο Τέμενος Διδυμοτείχου, την Κοσμοσώτειρα Φερρών, το Οκτάγωνο Φιλίππων, τα τζαμιά των Σερρών, τον πύργο της Απολλωνίας, τον πύργο του Καντακουζηνού στο Πύθιο, τα σπίτια της Παναγίας Καβάλας, την παλιά πόλη της Ξάνθης.

Ποιο είδος τραγουδιού και ποιους καλλιτέχνες, Έλληνες και ξένους, θαυμάζετε από μικρός μέχρι σήμερα;

Από μικρό μου άρεσαν πολύ τα δημοτικά της Μακεδονίας και στη συνέχεια τα ρεμπέτικα. Απ' τους ρεμπέτες ο Μάρκος, ο Γιοβάν Τσαούς, η Παπαγκίκα, ο Κωστής, ο Κατσαρός, ο Κυριαζής, ο Τσαουσάκης και πάρα πολλοί άλλοι. Ήμουν με τη μεριά του Μίκη. Όταν έκανα ειδικότητα στη Ρώμη μου άρεσαν πολύ η Τζιοβάνα Μαρίνι, ο Πάολο Κόντε, ο Τζιόρτζιο Γκάμπερ και ο Φαμπρίτσιο ντε Αντρέ. Μου άρεσαν πολύ επίσης ο Λεό Φερέ, η Κολέτ Μανί και ο Σκοτ Τζόπλιν.

Τι θέση έχει ο έρωτας στα τραγούδια των Κολυμβητών και ποιες είναι οι λογοτεχνικές επιρροές/αναφορές σας πάνω σε αυτό το ζήτημα;

Οι Έμποροι των εθνών, ο έρωτας στα βιβλία του Φίλιπ Ντικ, τα λυρικά του Σαίξπηρ, ο Πιερ Λιούις, ο Θράσος Καστανάκης, το Χίλιες και μία νύχτες...

Σαράντα πέντε χρόνια Χειμερινοί Κολυμβητές. Αισθάνεστε λίγο σαν τους Rolling Stones;

Μόνον ο Διονύσης μπορεί να αισθανθεί σαν τους Rolling Stones. Γιατί αυτός είναι ένας κι αυτοί τέσσερις. Εμείς, εξάλλου, ξεκινήσαμε το '65, ενώ εκείνοι το '62.

Ενώ συνήθως δισκογραφείτε με δικά σας τραγούδια, στη «Μαστοράντζα» μελοποιήσατε κομμάτια του Παπαζαχαρίου. Πώς έγινε αυτό;

Τα πίστεψα αμέσως, θεώρησα πως ήταν εξαιρετικά επίκαιρα και άνοιγαν πολλές συζητήσεις, αφού αφορούσαν αυτά που ενώνουν τους λαούς και όχι αυτά που τους χωρίζουν. Διαβάστε το τελευταίο του βιβλίο, τη Βαλκανική κολυμβήθρα ονομάτων. Θα έχουμε πάρα πολλά να πούμε. Tα τραγούδια τα πρότεινα στους συναδέλφους, τα δουλέψαμε, τα δοκιμάσαμε, αισθάνθηκα ότι μας ανανέωσαν στις συναυλίες, μπήκαμε στο στούντιο και σε 4-5 τετράωρα-πεντάωρα τα τελειώσαμε. Μπαμ και κάτω.

Ποια ιστορία σας αρέσει να διηγείστε συνέχεια;

Πριν από καμιά 15αριά χρόνια, μετά τη δουλειά, ξεκίνησα με το παλιό μου αυτοκίνητο φορτωμένο με λάδια, μέλια και άλλα θασίτικα προϊόντα από την Καβάλα για το σπίτι στη Θεσσαλονίκη. Σταμάτησα για κατούρημα στη λεγόμενη «Πηγή του Αλέξανδρου» κοντά στη Νέα Απολλωνία. Δίπλα υπήρχε ένα καφέ σε λυόμενο με μερικά τραπεζάκια μέσα. Παραπάνω η πηγή και κάτι σαν παιδική χαρά. Άλλο αυτοκίνητο δεν υπήρχε, ούτε παρκαρισμένο ούτε στον δρόμο. Πήγαινε να σουρουπώσει. Χειμώνας. Κατουρούσα σε απόσταση 2-3 μέτρων από το αυτοκίνητο και έτρωγα συγχρόνως ένα μήλο. Αφού τέλειωσα τη δουλειά μου, γύρισα για να συνεχίσω το ταξίδι. Αυτοκίνητο δεν υπήρχε. Αισθάνθηκα πως βρέθηκα σε μια άλλη διάσταση. Δεν ήξερα τι να κάνω. Σκέφθηκα πως μου το κλέψανε. Πήγα να πάρω τηλέφωνο, ήταν κατειλημμένο. Ρώτησα στο καφέ, δεν είχαν καταλάβει τίποτα. Καθόμουν και αναρωτιόμουν τι να έγινε. Μετά από μισή ώρα περνούσε από την αντίθετη κατεύθυνση ένας φορτηγατζής και μου έκανε νόημα, δείχνοντάς μου την άλλη πλευρά του δρόμου. Το αυτοκίνητο είχε κυλήσει διασχίζοντας διαγώνια τον δρόμο και είχε πέσει σε έναν γκρεμό 4-5 μέτρων, σε απόσταση περίπου 80 μέτρων. Το είχα πάρει από έναν κουμπάρο μου 600.000 δραχμές. Για να το φτιάξω πλήρωσα άλλες 200.000.

Ύστερα από τόσα χρόνια, τι είναι αυτό που σας δίνει κίνητρο για να γράφετε;
Πώς ξέρετε αν γράφω;

πηγή : lifo

2 σχόλια: